Wednesday, May 30, 2012

If Greece go out of Euro


Έτσι ξεκίνησε ο Αλέξης Τσίπρας από το CNN την προειδοποίηση για τις ανυπολόγιστες συνέπειες της ελληνικής εξόδου από την ευρωζώνη. Μόνο που η Ευρώπη το τελευταίο οκτάμηνο προετοιμάζεται ηθικά και πολιτικά για τη μεγάλη ρήξη. Το «σενάριο Ιφιγένεια» ωριμάζει συνεχώς και εμείς το ενισχύουμε. Κεντρικό σημείο της αφήγησης αυτής είναι ότι η «Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει». Είναι μία εγγενώς βαλκανική χώρα, αν όχι Βοσνία, μάλλον μια Βουλγαρία που έγινε δεκτή στον σκληρό πυρήνα χάρη στα μαγειρεμένα στοιχεία. Ας κόψουμε, λοιπόν, το σάπιο δάχτυλο για να σταματήσουμε τη σήψη. Αφελής και ανιστόρητη η αφήγηση;

Αναμφίβολα. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα. Αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί είναι ότι πείθει όλο και περισσότερο, κερδίζει έδαφος, χαλαρώνει τις αντιστάσεις και εξελίσσεται σε U-Turn της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ακριβώς επειδή οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές για όλους, το γερμανικό κατεστημένο θα επιχειρήσει να πείσει τους Γερμανούς πολίτες για την ανάγκη χρηματοδότησης του project Ευρώπη και Ανάπτυξη. Οι νότιοι θα πείσουν τους λαούς τους για την ανάγκη να παραδώσουν ουσιαστική εξουσία στις Βρυξέλλες για να μην κυλήσουν στη ζώνη της εξορίας μαζί με την Ελλάδα, και η Ελλάδα θα γίνει η Ιφιγένεια μένοντας διασωληνωμένη με μεσογειακά προγράμματα νέου τύπου εκτός σκληρών πυρήνων και περιφέρειας. Μόνη της.

Θα πουλάμε βέβαια σε μερικά χρόνια στους τουρίστες σαν καλοσυνάτοι ιθαγενείς εκτός από Περικλή και το λίκνο της δημοκρατίας, Αλέξη Τσίπρα, Πάνο Καμμένο και σία μαζί με την ιδέα του λίκνου της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Αλλά το πισωγύρισμα θα είναι μεγάλο και ο ακρωτηριασμός οδυνηρός. Γιατί όσο και αν το παραγνωρίζουμε, η Ευρώπη δεν είναι μόνο τα χαμηλά επιτόκια που απολαμβάναμε έως πρόσφατα ούτε τα χρηματοδοτικά προγράμματα και τα μικρά και μεγάλα έργα.

Η Ευρώπη για την Ελλάδα είναι η Ιθάκη της. Είναι από εκεί που ξεκίνησε και εκεί που συνεχώς γυρνά. Είναι η προσδοκία των Ελλήνων για ώριμη δημοκρατία, στέρεους θεσμούς, ανοιχτά σύνορα, ευκαιρίες και δυνατή διεθνή φωνή. Είναι η ελπίδα για μια κοινωνία δίκαιη και κινητική.

Και αν όλα αυτά φαίνονται μακρινά και άφταστα στη σημερινή κατάσταση, σίγουρα θα ενταφιαστούν στον βαλκανικό μας τάφο.

Το ζήτημα δεν είναι να πείσουμε τη Ρόζα και την ΚΟΕ να αγκαλιάσουν τη σοσιαλδημοκρατία και να μην καταγγείλλουν τη δανειακή σύμβαση. Το στοίχημα είναι να βγάλουμε το κεφάλι από το νερό, να πάρουμε βαθιές ανάσες και να ξεκινήσουμε καμιά ρημάδα από τις περίφημες μεταρρυθμίσεις. Το στοίχημα είναι να παραμείνουμε ζωντανοί, αλλάζοντας και περιμένοντας την αλλαγή στην Ευρώπη.

Monday, May 28, 2012

Ο χρόνος μας τελειώνει

Του Φώτη Γεωργελέ
Edito 393 - Athens Voice

Αυτή τη στιγμή ένας ολόκληρος πλανήτης παρακολουθεί με ανησυχία μια χώρα να ετοιμάζεται για άτακτη χρεοκοπία. Εμείς κατηγορούμε «τα κανάλια» γιατί «τρομοκρατούν το λαό». Αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση μάς θέτει την τελική ερώτηση: Μέσα ή έξω. Εμείς κατηγορούμε τα «εκβιαστικά διλήμματα».

Ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα καθορίζει την πραγματικότητα. Τουλάχιστον κατά το ήμισυ. Ζούμε σε μια ελληνική εικονική πραγματικότητα, γι’ αυτό είμαστε από δω και πέρα, και κάθε μέρα, έτοιμοι να μας συμβεί το «ιστορικό ατύχημα» στην πραγματική ζωή.

Στα τηλεοπτικά παράθυρα και στα κομματικά γραφεία το πολιτικό σύστημα δίνει μάχες μόνο του, με τον εαυτό του, στραμμένο προς τις δημοσκοπήσεις, το συσχετισμό δυνάμεων, τις διερευνητικές εντολές, τις εκλογές. Αποκρούει, απαγκιστρώνεται, επαναδιαπραγματεύεται, επανεξετάζει, ακυρώνει, διαγράφει, καταγγέλλει, καταργεί. Μόνο του. Έχει χρησιμοποιήσει όλα τα ρήματα μιας διαπραγμάτευσης, χωρίς να διαπραγματευτεί με κανέναν. Οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι παρακολουθούν με απορία και περιέργεια αυτά τα περίεργα είδη ανθρώπων που ονομάζονται  Έλληνες πολιτικοί, «αριστεροί οικονομολόγοι». Μια πολιτική στραμμένη προς τα μέσα, όχι προς τα έξω. Φτιαγμένη για κομματικές πελατείες, όχι για πολίτες. Προσανατολισμένη σε κομματικά ποσοστά, όχι στα προβλήματα του κράτους.

Λέμε τι θέλουμε. Μόνοι μας. Όποιος θέλει τα πιο πολλά, είναι περισσότερο «φίλος του λαού». Θέλουμε να παίρνουμε δάνεια, αλλά χωρίς τους όρους των δανειακών συμβάσεων. Θέλουμε να είμαστε στο ευρώ, αλλά χωρίς να εφαρμόζουμε τις αποφάσεις της Ευρωζώνης. Θέλουμε τα λεφτά τους, αλλά να «απελάσουμε» την τρόικα. Χρειαζόμαστε τα λεφτά τους, αλλά όσοι μας δανείζουν είναι τοκογλύφοι. Κι εγώ ήθελα να γίνω Τζιμ Μόρισον και μετά Πασκάλ Μπρυκνέρ. Δεν έγινα. Η ζωή δεν συμφώνησε. Αμφιβάλλω αν θα συμφωνήσει ο πλανήτης ολόκληρος με τις επιθυμίες μιας χώρας 10 εκατομμυρίων. Στηριζόμαστε, ακόμα, στην ωριμότητα του παγκόσμιου συστήματος που προσπαθεί να αποφύγει τις αναταράξεις. Δεν έχω πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στην ωριμότητα αυτή. Ο χρόνος μας τελειώνει.

Η ευρωπαϊκή κοινότητα, οι λαοί των άλλων χωρών, μας παρακολουθούν με απορία. Όσο περισσότερο κοντά μας είναι, όσο πιο προοδευτικοί, τόσο με μεγαλύτερη απορία. Λέμε ότι το κλίμα στην Ευρώπη αλλάζει, τα αυστηρά δημοσιονομικά προγράμματα θα χαλαρώσουν. Αυτό που λένε στον υπόλοιπο κόσμο ηπιότερη προσαρμογή δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που θέλουμε εμείς. Όταν λένε αντιμετώπιση της λιτότητας, εννοούν να κάνουν περισσότερα προς αυτή την κατεύθυνση απ’ όσα κάνουν ήδη. Να επιμηκύνουν δηλαδή τα δάνεια, όπως τα πήγαν στο 2040. Να μειώσουν ακόμα περισσότερο τα επιτόκια. Να διαγράψουν κι άλλο χρέος. Να μη βάζουν τόσο αυστηρά χρονοδιαγράμματα, να μας αφήσουν λίγο χρόνο περισσότερο για να αλλάξουμε τις παρωχημένες δομές.

Εμείς όμως δεν ζητάμε τίποτα απ’ αυτά. Ζητάμε να μην αλλάξουμε ακριβώς αυτές τις παρωχημένες δομές. Να μην καταργήσουμε τους χιλιάδες οργανισμούς, νομικά πρόσωπα, φορείς, εκ των οποίων ο ένας στους τρεις είναι πρακτικά ανύπαρκτος. Να μη μειώσουμε το ρόλο του κράτους-επιχειρηματία, να μην ιδιωτικοποιήσουμε επιχειρήσεις παθητικές, αν και μονοπώλια, που είναι παθητικές ακριβώς για να κερδίζει η κομματική γραφειοκρατία. Να μην αξιοποιήσουμε τη δημόσια γη για να την οικειοποιούνται τα Βατοπέδια. Να μη συγχωνεύσουμε τα 2.000 τμήματα του δημοσίου που έχουν μόνο τμηματάρχες χωρίς υπαλλήλους. Να μην ανοίξουμε τις αγορές, να μην ανοίξουμε τα κλειστά επαγγέλματα, να μη σταματήσουμε να φυτεύουμε ανά την επικράτεια κρατικά μέσα ενημέρωσης, σχολές και στρατόπεδα, για να συνεχίζεται η λεηλασία.

Αυτά δεν θα τα δεχτεί κανείς. Γιατί αυτά δημιουργούν τα ελλείμματα, εμποδίζουν την ανάπτυξη. Δυστυχώς, παρά τους μύθους, το ελληνικό πολιτικό σύστημα διαπραγματεύτηκε ήδη και μάλιστα πολύ καλά όλο αυτό το διάστημα. Προσπαθώντας να μη θίξει τα παγιωμένα συμφέροντα. Κρυμμένο πίσω από οριζόντιες μειώσεις και φόρους που το ίδιο επέβαλε για να μην προχωρήσει σε κάθετες μεταρρυθμίσεις, κατηγορεί τους «ξένους» για το αδιέξοδο.

Στις εκλογές της 6ης Μαΐου φτάσαμε με το παραπλανητικό δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Στις εκλογές της 17ης Ιουνίου πάμε με το πιο πραγματικό δίλημμα ευρώ ή δραχμή. Μόνο που κι αυτό το δίλημμα είναι οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάστασή μας δυο χρόνια πριν. Όταν ξεκινήσαμε συζητούσαμε για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν. Τώρα όλα αυτά έχουν ξεχαστεί. Έχει επικρατήσει η ατζέντα του αντιμνημονίου.

Το παρωχημένο σύστημα εξουσίας αντέδρασε στις απειλές, αμφισβητώντας και την ίδια την εθνική επιλογή της σύνδεσης με την Ευρώπη: Μόνο αν δεν απειλούνται τα συμφέροντά τους. Αναδιατάσσοντας το πολιτικό σκηνικό και εκβιάζοντας, προειδοποιεί προς πάσα κατεύθυνση: Αν τα πρώην μεγάλα κόμματα παριστάνουν ότι θα προχωρήσουν στις αλλαγές που χρειάζονται έστω και στα λόγια, υπάρχουν κι άλλοι εκλεκτοί που τις αμφισβητούν ευθέως. Δεν θα αποκρατικοποιήσουν, αλλά θα κρατικοποιήσουν και τα υπόλοιπα. Δεν θα μειώσουν την κρατική γραφειοκρατία, θα προσλάβουν κι άλλους. Δεν θα μειώσουν τα ελλείμματα, θα τα αυξήσουν. Έστω κι αν αυτό σημαίνει τύπωμα πληθωριστικών δραχμών.

Το μήνυμα ελήφθη. Το σύστημα αλλάζει πρόσωπα για να μείνει ίδιο. Συντεχνίες, κρατική γραφειοκρατία, συνδικαλιστές κρατικών επιχειρήσεων, πελατειακές ομάδες ορφανές από το Πασόκ, επιχειρηματικότητα της δραχμής, μετακινούνται με μεγάλη ευκολία σε όλο το διάνυσμα από τα δεξιά ως τα αριστερά, αρκεί να υπερασπίσουν την ακινησία.

Κανείς δεν τοποθετείται επί των πραγματικών προβλημάτων της χώρας. Ποιο πρόγραμμα, ποιες μεταρρυθμίσεις. Πώς θα μειωθούν τα ελλείμματα χωρίς οριζόντιες μειώσεις, πώς θα λειτουργήσει ο αποδιοργανωμένος δημόσιος τομέας, πώς θα μειωθεί το κόστος του για να μη χρεοκοπήσει τελείως ο ιδιωτικός τομέας. Θετική πρόταση δεν υπάρχει, γιατί το συντεχνιακό πολιτικό σύστημα ούτε φαντάζεται ότι μπορεί να υπάρξει μια χώρα που παράγει, χωρίς να ζει από τα δανεικά. Το πραγματικό δίλημμα, εκσυγχρονισμός ή οπισθοδρόμηση, έχει απομακρυνθεί. Αυτή η χώρα αναρωτιέται ακόμα τα βασικά, αν θα είναι στην Ευρώπη ή την Αφρική.

Thursday, May 24, 2012

Δεν θα αφήσω να πέσει κι άλλο το βιοτικό μου επίπεδο


Του Σκεπτόμενου Πολίτη
Επιστολή προς τη G700

Είμαι ένας νέος γύρω στα τριάντα, εργαζόμενος σε όλη του τη ζωή στον ιδιωτικό τομέα. Ξεκίνησα πριν από μερικά χρόνια να εργάζομαι με έναν μισθό λίγο χαμηλότερο των 700 ευρώ και σήμερα μετά κόπων και βασάνων έχω φτάσει να θεωρώ τον εαυτό μου ως έναν από τους τυχερούς που συνεχίζει να αμοίβεται με 1000 ευρώ .

Αυτό οφείλεται στις νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν και οι οποίες είναι πιο δύσκολες από ό,τι τις φανταζόμουν 2 χρόνια πριν, όταν και μπήκαμε στο Μνημόνιο. Αρκετά απο τα μέτρα που πάρθηκαν ήταν άδικα και δυσβάσταχτα, κυρίως για τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Όμως, δε φταίει μόνο το Μνημόνιο για τη σημερινή κατάσταση, φταίμε κι εμείς που ζούσαμε σε μια εικονική πραγματικότητα, αδιαφορόντας για τα σημάδια που ερχόντουσαν εδώ και χρόνια. Στη φούσκα που είχαμε δημιουργήσει, ζούσαμε καλά χωρίς να μας ενδιαφέρει το αύριο, ζούσαμε με δανεικά και όταν ήρθε η ώρα να τα πληρώσουμε δεν είχαμε τα χρήματα. Οπότε αναγκαστικά, χωρίς άλλες εναλλακτικές λύσεις, οδηγηθήκαμε στο Μνημόνιο.

Μέσα σ’ αυτό, όμως, δεν αναφέρονται μόνο μέτρα φοροεισπρακτικού χαρακτήρα αλλά και αρκετές σοβαρές  μεταρρυθμίσεις με σκοπό την αλλαγή και τον εκσυχρονισμό του τρόπου λειτουργίας του κράτους μας, καθώς και μέτρα για την αύξηση και τόνωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομία μας. Κινήσεις για τις οποίες είχαμε προειδοποιηθεί αρκετές φορές στο παρελθόν από τη Διεθνή κοινότητα και οι οποίες ακόμα και σήμερα δεν εφαρμόζονται από την πολιτική ηγεσία του τόπου. Για παράδειγμα, αδυνατώ να χωνέψω ότι έπρεπε να έρθει η Τρόικα για να γίνει καταμέτρηση των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων!

Σίγουρα ο δρόμος που διανύουμε δεν είναι έυκολος, κάθε άλλο, έχει πολλά εμπόδια και δοκιμάζονται οι αντοχές μας σαν κοινωνία. Όμως αν τα καταφέρουμε – και προσωπικά πιστεύω ότι αν θέλουμε μπορούμε – θα αποκτήσουμε μια κοινωνία πιο αξιοπρεπή, πιο δυνατή, με περισσότερη συνοχή και αλληλεγγύη, που θα έχει καταφέρει να βγει από τη μεγαλύτερη κρίση της σύγχρονης στορίας της από την Μεταπολίτευση και μετά. Θα έχουμε έναν ευρύτερο δημόσιο τομέα, πιο παραγωγικό και συνεπή απέναντι στον πολίτη κι έναν υγιή ιδιωτικό κλάδο έτοιμο να εκμεταλλευτεί στο έπαρκο τις ευκαιρίες και τα πλεονεκτήματα που μας παρέχει το ευρώ.

Ωστόσο, για να γίνουν όλα αυτά πράξη, πρώτα από όλα οφείλουμε να αλλάξουμε, να είμαστε ειλικρινής με τους ίδιους μας τους εαυτούς, να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να μιλήσουμε ανοιχτά, αφήνοντας στο συρτάρι τις ιδεολογικές μας ταυτότητες και τα κομματικά κριτήρια, αλλά βάζοντας επιτέλους το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον του τόπου πάνω από το προσωπικό μας.

Ο άλλος δρόμος που διατυμπανίζουν οι ψευτοπροοδευτικοί των κομμάτων της Αριστεράς, την καταγγελία, δηλαδή, της σύμβασης και την άρνηση εξόφλησης των δανείων, θα οδηγήσει τη διεθνή κοινότητα να σκληρήνει τη στάση απέναντί μας, ζητώντας να της επιστραφούν τα χρήματα που μας δάνεισε την τελευταία διετία, ενώ και ο υπόλοιπος κόσμος εξαιτίας της αφερεγγυόυτητάς μας θα μας γυρίσει την πλάτη.

Φυσικό επακόλουθο αυτής της κατάστασης θα είναι η Ελλάδα να αναγκαστεί απο μόνη της να ζητήσει την έξοδό της από τη ζώνη του ευρώ, ώστε να έχει τη δυνατότητα να τυπώσει χρήματα που θα είναι αναγκαία για  να καλύψει τις εσωτερικές τις ανάγκες. Χρήματα που όμως θα είναι ουσιαστικά χωρίς κανένα αντίκρισμα, πληθηρωστικά, ενώ ένας ολόκληρος λαός θα έχει χάσει  ξαφνικά όλες τις καταθέσεις του και τις αποταμιεύσεις του, τους κόπους μια ζωής. το βιωτικό μας επίπεδο θα εξευφτελιστεί τελείως, σα μέτρο σύκρισης δεν θα έχουμε πλέον την Πορτογαλία ή την Ισπανία αλλά την Αίγυπτο και την Τουρκία, λαούς με τους οποίους δεν έχω κανένα πρόβλημα, αλλά δεν θέλω να φτάσει  το βιoτικό μου επίπεδο να είναι χαμηλότερο από όταν ξεκινούσα την καριέρα μου και την εργασιακή μου εμπειρία στον ιδιωτικό τομέα! Αντιθέτως, εύχομαι αυτοί οι λαοί να ανεβάσουν το βιoτικό τους επίπεδο το ταχύτερο δυνατό – δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια η Τουρκία έκανε τα πάντα να ενταχθεί στην Ε.Ε. αλλά μάλλον θα εγκατέλειψε αυτή την ιδέα έστω προσωρινά, λόγω της ρευστότητας που επικρατεί σήμερα στην Ευρώπη.

Και το κύριο ερώτημα είναι, τί θα γίνει εκείνες τις κρίσιμες ώρες που θα ακουλουθήσουν αυτών των γεγονότων; Ποιος θα αναλάβει τις ευθύνες των πράξεών του; Ένα είναι βέβαιο, ο κόσμος θα ξεσηκωθεί και θα ζητήσει με τους πλέον άγριους τρόπους εξηγήσεις για όλα όσα του συνέβησαν, ζητώντας ακόμα και εκδίκηση. Οι πρώτοι που θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυτό το κοινό θα είναι αυτοί που σήμερα το παίζουν προοδευτικοί και σωτήρες αυτού του τόπου, οι οποίοι τώρα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να χαϊδεύουν αυτιά και να εκμεταλλεύονται τη λαική δυσαρέσκεια για τα μέτρα του Μνημονίου. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν  έχουνε αντιπροτείνει κάτι ουσιαστικό και εφαρμόσιμο για τα δεδομένα της κατάστασης.

Προσοχή, δε λέω ότι το Μνημόνιο είναι τέλειο, όχι. Χρειάζονται αλλαγές, που είναι απαραίτητες για να μπούνε τα πράγματα σε μια σειρά.Επιπλέον, εχω την πεποίθηση πως αρκετοί απο εκείνους που αντιδράνε συνήθως το κάνουνε διότι ξεβολεύονται από μια κατάσταση ή υπερασπίζονται συντεχνιακά συμφέροντα και με την καλή τους ρητορική έχουνε καταφέρει να παραπλανήσουνε τον κόσμο, κρύβοντας τον απώτερο σκοπό τους.

Πριν λίγα χρόνια διαμαρτυρόμασταν για τον χαμηλό βασικό μισθό των 700 ευρώ. Εάν επικρατήσουν αυτές οι δυνάμεις, το ποσό αυτό θα μοιάζει σαν όαση μπροστά σε μισθούς των 180.000 δραχμών που θα προκύψουν... Εμείς οι νέοι της δικής μας γενιάς είμαστε εκείνοι που πλήττονται περισσότερο από όλους. Δεν πρέπει να  επιτρέψουμε σε αυτές τις δυνάμεις να καταστρέψουν το μέλλον μας.



Monday, May 21, 2012

Εκλογές Δημοψήφισμα για το Ευρώ


Ακούμε αυτές τις μέρες ότι στις επαναληπτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου το διακύβευμα είναι η κατάργηση του Μνημονίου. Ότι το δίλημμα ευρώ ή δραχμή είναι τεχνητό, κατασκευασμένο στο πλαίσιο μιας σκόπιμης πολιτικής εκφοβισμού και τρομοκράτησης των Ελλήνων πολιτών. Σύμφωνα με τους άτυπους νικητές των προηγούμενων εκλογών, τον κ. Πάνο Καμμένο και τον νέο πολιτικό αστέρα, κ. Αλέξη Τσίπρα, «δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος εξόδου της χώρας από το Ευρώ». «Αυτά τα λένε για να μας φοβίσουν». «Τώρα είναι η πρώτη φορά που διαπραγματευόμαστε». «Οι Ευρωπαίοι», φοβούμενοι το ελληνικό «μπαμ» που θα συμπαρασύρει στην άβυσσο τη ζώνη του ευρώ, «έχουν κωλώσει».

Πρόκειται για ένα ακόμα τεράστιο ψέμα από πλευράς πολιτικών. Για μία ακόμη απόπειρα εξαπάτησης των πολιτών. Για σκόπιμα καλλιεργούμενες φαντασιώσεις. Για εμπόριο ψευδαισθήσεων στις πλάτες ενός λαού, που θέλει να βρει λίγη ελπίδα μέσα στη γενικότερη κατάσταση παρακμής, μιζέριας και αισθήματος ταπείνωσης που βιώνει.

Στις εκλογές της 17ης Ιουνίου, όμως, το δίλημμα είναι σαφές: ευρώ ή δραχμή; Ευρωζώνη ή Νοτιοανατολική Ευρώπη; Ευρώπη ή Βαλκάνια; Το δίλημμα είναι απόλυτα πραγματικό και ας το ξορκίζουν ως τρομοκρατικό. Τίθεται αμείλικτα μπροστά μας από την ίδια τη ζωή.

Καταρχάς, το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» το έθεσαν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι, ήδη από τον περασμένο Νοέμβριο, όταν αποπειράθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου να κάνει δημοψήφισμα για την αποδοχή ή όχι των μέτρων του Μνημονίου ΙΙ. Τώρα το ζήτησαν και με επίσημο δημοψήφισμα απ’ τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, λέγοντας μάλιστα ότι έκαναν λάθος που δεν επέτρεψαν το δημοψήφισμα να συμβεί τότε.

Δεύτερον, οι πολίτες είναι ήδη τρομοκρατημένοι. Τρομοκρατημένοι από την ισχυρή άνοδο ενός ανεύθυνου λαϊκιστικού μπλοκ. Η άτακτη φυγή καταθέσεων σε τράπεζες του εξωτερικού την περασμένη βδομάδα, που λίγο έλειψε να εξελιχτεί σε άτακτο bank run, έδειξε ακριβώς αυτή τη συνειδητοποίηση. Ότι μπροστά στην προοπτική μιας διαφαινόμενης βαλκανικής οπισθοδρόμησης που συνεπάγονται η ακυβερνησία, η φαρσοκωμωδία Στρατούλη με τις καταθέσεις, οι δηλώσεις στελεχών ότι δεν μας προβληματίζει η δραχμή και τα νταϊλίκια τύπου μονομερής καταγγελία του Μνημονίου και του χρέους, οι Έλληνες είναι έτοιμοι να ψηφίσουν βγάζοντας τα λεφτά τους από τις τράπεζες και μεταφέροντας τα στο εξωτερικό. Είναι έτσι έτοιμοι να στείλουν αδιάβαστα όλα τα μεγαλεπήβολα σχέδια σωτηρίας της χώρας ένθεν κακείθεν, είτε είναι αυτά ευρωπαϊκά, είτε εγχώρια αριστερά.

Η ανησυχία αυτή έχει βάση. Ο ίδιος ο πρώην Πρόεδρός του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Αλέκος Αλαβάνος, επισήμανε ότι η πολιτική Τσίπρα είναι ασύμβατη με την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη και ότι καλύτερα ο ΣΥΡΙΖΑ να υποστηρίξει ανοιχτά την έξοδο από το ευρώ και τη μετάβαση στη δραχμή. Ο Αλαβάνος είναι ειλικρινής. Το πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ είναι σε ευθεία αντίθεση, όχι μόνο με τα συμφωνηθέντα του Μνημονίου ΙΙ, αλλά και την ίδια την οικονομική φιλοσοφία της ευρωζώνης και της ΕΕ.

Και δεν αναφερόμαστε στο αίτημα χαλάρωσης της λιτότητας, με το οποίο όλοι οι σώφρονες και προοδευτικά σκεπτόμενοι άνθρωποι, πλην γερμανικής ηγεσίας, συμφωνούν. Ούτε εννοούμε την αδήριτη ανάγκη να γίνει η Ευρώπη πραγματική οικονομική ένωση, με την ΕΚΤ να μπορεί να λειτουργεί ως δανειστής εσχάτης ανάγκης των κρατών, τον κοινοτικό προϋπολογισμό να παίζει σταθεροποιητικό ρόλο και την ΕΕ να μπορεί να εκδώσει ευρωομόλογα. Αυτά είναι όλα υπαρκτές και επίσημες πολιτικές πρωτοβουλίες και προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, ήδη, από το 2008. Σήμερα τις θέτει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων επιτακτικά πια ο νέος Γάλλος Πρόεδρος, κ. Hollande.  Το να επιχειρεί να τις πιστωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ εξωτερικού για να ρίξει στάχτη στα μάτια των ανυποψίαστων ψηφοφόρων είναι τουλάχιστον κωμικό.

Το πραγματικό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτό αντανακλάται στις διάφορες προγραμματικές διακηρύξεις του είναι αντι-ευρωπαϊκό. Φιλο-ευρωπαϊκό μόνο με γεωγραφικούς όρους είναι. Σύμφωνα με τις πολιτικές για μια «άλλη Ελλάδα σε μια άλλη Ευρώπη»:
- Οι Τράπεζες θα κρατικοποιηθούν.
- Οι ΔΕΚΟ θα επανακρατικοποιηθούν (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΣΕ, ΕΛΤΑ, ΕΥΔΑΠ, Μέσα Μεταφοράς)
- Οι βασικές παραγωγικές μονάδες θα επανακρατικοποιηθούν (λιμάνια, αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομοι, ναυπηγεία, ορυκτός και ενεργειακός πλούτος).
- Ο κατώτερος μισθός θα επανέλθει αμέσως στο ύψος που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση.
- Oι συμβασιούχοι του Δημόσιου τομέα θα «τακτοποιηθούν».
- Τα δάνεια των υπερχρεωμένων νοικοκυριών θα ρυθμιστούν και αν ο οφειλέτης βρίσκεται κάτω από το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, θα διαγράφεται μέρος ή το σύνολο του χρέους.

Πώς θα γίνουν όλα αυτά;

- Με καταγγελία/αναθεώρηση/επανδιαπραγμάτευση του Μνημονίου
- Με αναστολή της εξυπηρέτησης του χρέους, διαπραγμάτευση για τη διαγραφή μεγάλου μέρους του και εξυπηρέτηση του υπόλοιπου με ρήτρα ανάπτυξης και απασχόλησης
- Με επαρκή φορολόγηση του πλούτου, των μεγάλων περιουσιών και εισοδημάτων (φορολογικός συντελεστής 75%, πάταξη φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής και διαφάνεια)
- Με φορολόγηση του τζίρου των επιχειρήσεων κατά 1% ακόμα κι αν αυτές είναι ζημιογόνες (Μήλιος)
- Με "αξιοποίηση" των καταθέσεων για αναπτυξιακούς σκοπούς (Στρατούλης)
- και υποχρεωτικό δανεισμό 100 ευρώ/μήνα για όσους δηλώνουν εισόδημα πάνω από 20.000 (Γλέζος)

Δυστυχώς, αυτές ακριβώς είναι οι κρατικιστικές πολιτικές που ακολούθησαν με διάφορες παραλλαγές και ορισμένες παρεκκλίσεις τα δύο μεγάλα πελατειακά κόμματα μεταπολιτευτικά. Αυτές εξέθρεψαν τον παρασιτισμό και το πελατειακό σύστημα, κατέστρεψαν τη βιομηχανία, την αγροτική παραγωγή και τις εξαγωγές, κατέστησαν την ιδιωτική οικονομία και την επιχειρηματικότητα κρατικοδίαιτη και εμπόδισαν να γίνουν μεγάλες ξένες επενδύσεις στη χώρα. Αυτή ακριβώς είναι η πολιτική που δημιούργησε ένα ρηχό μοντέλο ανάπτυξης και εν τέλει γέννησε το φαινόμενο της γενιάς των 700 ευρώ. Αυτή ακριβώς την πολιτική δεν μπορούμε να την εφαρμόσουμε ως μέλη της Ευρωζώνης, παρά μονάχα μόνοι μας, ως μια περιθωριακή βαλκανική χώρα. Αυτή ακριβώς η πολιτική, όμως, θα μας οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στη γενιά των 238.525 (000.000…) δραχμών. Σ' αυτή ακριβώς την πολιτική πρέπει να αντισταθούμε.

Wednesday, May 9, 2012

Εκλογές 2012...και «εγέρθετο» χάος!


Οι νέοι και τα δυναμικά ηλικιακά στρώματα ψήφισαν. Το μήνυμα που στέλνουν είναι σαφές: στα τσακίδια τα παλιά κόμματα της Μεταπολίτευσης. Καλωσορίσατε νέοι πρωταγωνιστές. Σύμφωνα με τα exit polls της Κυριακής (ακόμα δεν έχουμε άλλη ανάλυση της ψήφου) οι Έλληνες κάτω των 50 ετών ψήφισαν κατά σειρά προτίμησης ΣΥΡΙΖΑ, 19,7%, Ανεξάρτητους Έλληνες, 12,3%, και Χρυσή Αυγή, 9,5%.

Νέοι της γενιάς μας «εγέρθητο». Σπάστε τα όλα σε μουσική υπόκρουση πανκ. Υποδεχτείτε τις νέες δυνάμεις. Χαιρετίστε όρθιοι τους αρχηγούς σας στο νέο black metal μετα-Μεταπολιτευτικό πολιτικό τοπίο που αναδύεται μπροστά μας.

Ένα τοπίο γεμάτο «χρυσάφι». Λεφτά για τους φτωχούς. Περηφάνια και αξίες για το έθνος.

Στα Αριστερά κυριαρχεί πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ με 1 εκ. 60 χιλιάδες ψήφους και τάση πολιτικής εξαφάνισης του ΠΑΣΟΚ. Πώς όμως; Με ολική επαναφορά του πρώιμου μεταπολιτευτικού «πασοκισμού» και καμία ειλικρινή διάθεση ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών για έξοδο από την κρίση με παραμονή στο ευρώ.

Στα δεξιά δεσπόζουν η λαϊκιστική και υστερική Δεξιά των Ανεξάρτητων Ελλήνων (660 χιλιάδες και 10,6%) με το ακραίο νέο-ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής (440 χιλιάδες και 7%). Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Για όποιον δεν είδε το βιντεάκι από την πρώτη συνέντευξη τύπου της ΧΑ, όπου όλοι υποχρεώνονται να σηκωθούν όρθιοι για να χαιρετίσουν τον αρχηγό, ΕΔΩ μπορείτε να πάρετε μια πρώτη εικόνα για τα νέα πολιτικά ήθη.

Η νέα γενιά, η οποία δικαίως επιθυμεί να βάλει τα δύο μεγάλα κόμματα και τους πρωταγωνιστές τους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, ατυχώς, μέσα στην αγανάκτησή της και το αδιέξοδο που βιώνει, έβγαλε από τη ναφθαλίνη τον αριστερισμό, τον εθνικισμό και τον ναζισμό, διατάσσοντάς τους στην πρώτη γραμμή ενός ανίερου φαιοκόκκινου αντιμνημονιακού μετώπου.

Ταυτόχρονα, διαμαρτυρόμενη για την αναποτελεσματικότητα της παλιάς πολιτικής τάξης, την ανασφάλεια και την εθνική παρακμή, επικρότησε όπως φαίνεται εκ του αποτελέσματος τη βία. Είτε αυτή φοράει τη μάσκα της ανομίας και της ανυπακοής, είτε την προβιά της ασφάλειας και της υπακοής στις ανώτερες ηθικές αξίες του ελληνικού γένους.

Σεβόμαστε το αποτέλεσμα, όμως, πολιτικά διαφωνούμε.

Ναι, η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια εναλλακτική λύση στην κρίση, όπου η διάλυση του πελατειακού κράτους, με τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημοσιονομική προσαρμογή, θα συνδυάζεται με μέτρα αποκατάστασης των θυμάτων της κρίσης, νέο κοινωνικό κράτος και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες.

Ναι, η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα πολιτική τάξη και ριζική αναδιάρθρωση του πολιτικού και εκλογικού συστήματος. Βαρεθήκαμε να βλέπουμε τις φάτσες των ίδιων αποτυχημένων πολιτικών «ζόμπι» που εδώ και χρόνια αντιλαμβάνονται την πολιτική αποκλειστικά ως συναλλαγή, τους πολίτες ως πελάτες, και την εναλλαγή στην εξουσία ως μια μηχανιστική διαδικασία.

Ναι, απαιτείται πολιτικός μετασχηματισμός με συνολική αναδιάταξη της πολιτικής γεωγραφίας, όχι στον επίπλαστο άξονα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αλλά γύρω από τα νέα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα που δημιούργησε η οικονομική κρίση και δημιουργεί εδώ και χρόνια η παγκοσμιοποίηση. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ανασύνθεση της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς στην Ελλάδα με νέα πρόσωπα και νέα σχήματα.

Όμως, έλεος ρε παιδιά. Η λύση δεν είναι να βάλουμε στη θέση των βαμπίρ, τα φαντάσματα. Τη Σακοράφα, τον Κουρουμπλή, τους «καμμένους», τους χρυσαυγίτες και πάει λέγοντας…

Τίποτα από τα παραπάνω δεν εκπροσωπείται ειλικρινά και καθαρά μέσα από την εκλογή ακραίων σχηματισμών. Είναι θετικό και ευπρόσδεκτο το γεγονός ότι με την ψήφο του ο ελληνικός λαός επιχείρησε να κλείσει το κεφάλαιο «Μεταπολιτευτικός δικομματισμός» και να ρίξει «πόρτα» στους πρωταγωνιστές του. Είναι όμως εξαιρετικά δυσάρεστο ότι άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο με πολλές σκοτεινές πλευρές και πάμπολλα ερωτηματικά. Τα συμφέροντα της γενιάς μας δεν εξυπηρετούνται με πειράματα που οδηγούν στο χάος.

Thursday, May 3, 2012

Ψήφος Μπροστά!



Α. Εκλογές όπως παλιά

Παρόλο που σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές και θα περιμέναμε από το πολιτικό σύστημα να ωριμάζει από τις εξελίξεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, η εκλογική αντιπαράθεση διεξάγεται όπως παλιά: σε μια εικονική πραγματικότητα.

Τα κόμματα σπάνια μπαίνουν στην ουσία των πραγμάτων, καταφεύγουν στην εύκολη λύση των γενικόλογων διακηρύξεων, χωρίς να τεκμηριώνουν ή να κοστολογούν. Το έλλειμμα προετοιμασίας αποδεικνύεται στην πράξη: κάθε φορά που έρχεται η ώρα της υλοποίησης, κάθε κυβέρνηση «ανακαλύπτει και πάλι τον τροχό». Το ίδιο μοτίβο της εύκολης πολιτικής αναπαράγει και η πλειοψηφία των ΜΜΕ.

Το έργο παίζεται ξανά και ξανά, καθώς το ευρύτερο πολιτικό-μιντιακό status quo ευνοεί την αστάθεια. Κάθε δυο περίπου χρόνια διεξάγονται εκλογές. Η μεταβλητότητα του εκλογικού κύκλου είναι παροιμιώδης και βασικό εμπόδιο στις μεταρρυθμίσεις.

Β. Εκλογές σήμερα

Το περιβάλλον, μέσα στο οποίο διεξάγονται αυτές οι εκλογές, είναι ιδιαίτερο. Η εκλογική αναμέτρηση ικανοποιεί περισσότερο έναν πολιτικό συμβιβασμό παρά μια κοινωνική ανάγκη. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής συμφωνίας, το αντάλλαγμα στη Νέα Δημοκρατία για να στηρίξει την κυβέρνηση Παπαδήμου, αλλά και σε όσους ζητούσαν έντονα «λαϊκή νομιμοποίηση» ήδη από το Μάιο του 2010. Είχαμε εγκαίρως επισημάνει τους κινδύνους που προκύπτουν από την προσφυγή στην κάλπη.

Η χώρα δεσμεύεται με ένα πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής προκειμένου να μη χρεοκοπήσει. Ανεξάρτητα με το ποια θα είναι η νέα κυβέρνηση, Βουλή, Διοίκηση και Δικαιοσύνη καλούνται να σχεδιάσουν, νομοθετήσουν και εφαρμόσουν πολλές νέες ρυθμίσεις, να εξοικονομήσουν δεκάδες δις ευρώ και να αναβαθμιστούν μέσα στην ύφεση.

Η συνεργασία είναι δύσκολη για ένα πολιτικό σύστημα που έμαθε στην πόλωση. Η πολιτική συγκατοίκηση των τριών (μετέπειτα δύο) κομμάτων, πέρα από την υπερψήφιση της νέας δανειακής σύμβασης και του PSI, αποδείχθηκε «λυκοφιλία». Παρόλ’ αυτά η κυβέρνηση Παπαδήμου ολοκλήρωσε την αποστολή της και απέτρεψε τη χρεοκοπία, μέσα σε συνθήκες υστερόβουλης αδράνειας και απροθυμίας από πολλούς.

Επίσης, κατά την τετραετία της ύφεσης (2008-2012), το σύνολο του πολιτικού προσωπικού δοκιμάστηκε στα δύσκολα και στην πλειοψηφία του απέτυχε. Σήμερα προσπαθεί να αναβαπτιστεί και μέσα από νέα κόμματα, τα οποία αναπαράγουν τα ίδια πολιτικά στερεότυπα, δημιουργούν τεχνητά τείχη «μνημονιακών – αντιμνημονιακών» για να οριοθετούν την αντιπαράθεση, και φυσικά, αποφεύγουν να μιλήσουν συγκεκριμένα.  Μόνος τους στόχος είναι η διατήρηση θέσεων επιρροής και η τυχοδιωκτική εκμετάλλευση του κοινωνικού θυμού.

Η διάχυτη αναξιοπιστία δίνει χώρο σε πολιτικούς όλου του φάσματος να υιοθετούν έναν συνωμοσιολογικό, αντισυστημικό λόγο ως μια εύκολη, προσιτή σημαία ευκαιρίας που μολύνει τη λογική και αμφισβητεί ευθέως κανόνες και νόμους. Από αυτή την ανεύθυνη στάση, την ενοχική στάση των κομμάτων και την απουσία της πολιτείας, κερδίζουν ακραίες ομάδες, που σήμερα διεκδικούν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Η αλήθεια δεν είναι ευχάριστη, αλλά πρέπει να ειπωθεί: περιθώρια για αποκλίσεις στις δημόσιες πολιτικές το επόμενο χρονικό διάστημα  βάσει του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής δεν υπάρχουν πολλά.Κανείς πολιτικός αρχηγός ή κανένα κόμμα δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί μόνος και εξ’ ολοκλήρου τη διακυβέρνηση. Χρόνος για πειράματα, καθυστερήσεις, διοικητικές ανακατατάξεις και «εμπνεύσεις» πελατειακού τύπου απλά δεν υπάρχουν. Η Τρόικα θα συνεχίσει να είναι εδώ, εκκρεμούν μεγάλες τομές, η συνεργασία είναι μονόδρομος και η πιθανή συγκυβέρνηση δεν μπορεί να λειτουργεί με πήλινα πόδια, υπουργούς, βουλευτές και κόμματα να πατάνε σε δύο βάρκες, μία των υποχρεώσεών τους και μία του δημαγωγικού λαϊκισμού.

Γ. Ψηφίζουμε με το βλέμμα μπροστά

Οι περισσότεροι στεκόμαστε πολιτικά μετέωροι μπροστά σε επιλογές μειωμένης ή/και μηδαμινής αξιοπιστίας. Πιστεύουμε, όμως, ότι, ως πολίτες, έχουμε ευθύνη για όσα έγιναν, γίνονται και θα γίνουν. Οι εκλογές μπορούν να είναι για κάποιους βαλβίδα εκτόνωσης, έκφρασης θυμού και αντίδρασης, αλλά μπορούν να γίνουν αφορμή για μια θετική έκφραση υπευθυνότητας.  Βλέπουμε πέρα από τις φθαρμένες ταμπέλες. Αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως προοδευτικό μεταρρυθμιστικό κίνημα, βρίσκεται σήμερα διάσπαρτο σε διάφορα κόμματα, ενώσεις πολιτών και ανεξάρτητες φωνές.

Πρώτον,στηρίζουμε πολιτικές που αλλάζουν ριζικά το τοπίο της οικονομίας, της διακυβέρνησης και της δημόσιας διοίκησης στη χώρα. Από τη μία χρειαζόμαστε τη δημιουργική καταστροφή του πελατειακού ελληνικού καπιταλισμού που τρέφεται από το κράτος. Από την άλλη, θέλουμε την  κοινωνική στήριξη και πολιτική ενδυνάμωση της μεσαίας τάξης και της αγνοημένης σιωπηλής πλειοψηφίας όσων έχουν επωμιστεί τα βάρη της κρίσης.

Το πλαίσιο έχει περιγραφεί σε μεγάλο βαθμό στο νέο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής που μας δεσμεύει για τα επόμενα χρόνια. Όσο και αν στον προεκλογικό διάλογο δεν συζητείται, δρομολογούνται αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που αν εφαρμοστούν, θα γλιτώσουν τους πολίτες από νέες περικοπές. Για παράδειγμα, η αναδιοργάνωση του κράτους μέσα από τα νέα οργανογράμματα για τα υπουργεία, το ενιαίο μητρώο των δημοσίων υπαλλήλων, τα διπλογραφικά συστήματα, η διαφάνεια στις δημόσιες προμήθειες, η αξιοποίηση των τεχνολογικών εργαλείων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η διεύρυνση της «Διαύγειας» και δεκάδες άλλες αλλαγές που κρατάμε στο σκοτάδι για χρόνια, μπορούν να εξοικονομήσουν δις ευρώ και να αναδιανείμουν το δημόσιο πλούτο από τα χέρια των αδίκως ευνοημένων, στα χέρια των αγνοημένων και των αδυνάτων, αυτών δηλαδή που έχουν ανάγκη περισσότερο το κράτος. Δεν είναι τυχαίο ότι δεκάδες αντίστοιχες ρυθμίσεις δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης στον προεκλογικό διάλογο.

Το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής, όμως, από μόνο του δεν αρκεί.Απαιτούνται επιπρόσθετες ριζικές και σε βάθος αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, τους δημοκρατικούς θεσμούς, το κοινωνικό κράτος, το σύστημα ασφάλειας, για τις οποίες θα τοποθετηθούμε σύντομα.

Δεύτερον,  είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε, ότι η Ελλάδα από μόνη της δεν πρόκειται να καταφέρει να ξεπεράσει την κρίση, αν η ίδια δεν δείξει βούληση και δεν διαμορφώσει τη δική της πρόταση. Από τη μία, η Ευρώπη πρέπει να προωθήσει τη μείωση των χρεών και των ελλειμμάτων σε συνδυασμό με ένα Ευρωπαϊκό Σχέδιο Ανάκαμψης και Επενδύσεων με προτεραιότητα  τη μείωση του χάσματος μεταξύ των χωρών του Βορρά και του Νότου. Χρειάζονται βαθιές αλλαγές για την εμπέδωση μιας πραγματικής οικονομικής διακυβέρνησης, απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική ενοποίηση της Ε.Ε. Από την άλλη, η χώρα μας χρειάζεται συνεννόηση και εθνικό σχέδιο για να διαπραγματεύεται με αξιώσεις τη βελτίωση της θέσης της και να συνδιαμορφώσει μια Συμμαχία για την κοινωνική και οικονομική Ανάπτυξη. Αν μη τι άλλο, έχουν δαπανηθεί σημαντικά ποσά για μελέτες και έρευνες την τελευταία διετία, που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για απτές λύσεις και όχι για συζητήσεις από το μηδέν.

Τρίτον,και στο πλαίσιο αυτό, θέλουμε να φέρουμε στο φως και να αναδείξουμε πολίτες και πολιτικούς που όχι μόνο δρουν μεταρρυθμιστικά, προοδευτικά, αλλά των οποίων ο τρόπος ζωής, η πολιτική, επαγγελματική και κοινωνική τους παρουσία εγγυώνται ότι θα αναλάβουν τις ευθύνες τους. Θα τιμήσουν την εκλογή τους στηρίζοντας γενναίες αλλαγές με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, και όχι ισοδύναμα μέτρα νέων περικοπών και ύφεσης. Πρόσωπα με αυτά τα χαρακτηριστικά υπάρχουν στα κόμματα που στηρίζουν έμπρακτα, έστω και με παραλλαγές, την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας.

Στηρίζουμε πολιτικές και πρόσωπα μέσα από έναν ευρύτερο πολιτικό χώρο που σήμερα υπερβαίνει τα κόμματα. Τραβάμε μια διακριτή γραμμή με την παλαιά πολιτική και τους πρωταγωνιστές της, καθώς και τις ακραίες παραφυάδες της. Στηρίζουμε τον θαραλλέο ρεαλισμό που χρειάζεται για να γίνουν δίκαιες και ορθολογικές αλλαγές, όχι νέες οριζόντιες επιπολαιότητες.

Δ. Η εμφάνιση της νέας πολιτικής

Είμαστε βέβαιοι ότι η αποδόμηση του πολιτικού συστήματος που ξεκίνησε την τελευταία διετία, αλλά και η προσπάθειά του να διασωθεί μέσω του κατακερματισμού του, δεν θα αναπληρώσει το κενό αξιοπιστίας του. Ενδεχομένως οι εκλογές αυτές να οδηγήσουν σε πολιτική αστάθεια, ενδεχομένως και όχι. Σίγουρα όμως θα απελευθερώσουν και άλλους πολίτες να εκφράζονται και να συμμετέχουν ενεργά στο νέο δημόσιο χώρο που γεννιέται. Ωριμάζοντας μέσα από τις δυσκολίες, συνειδητοποιούμε ότι τα αυτονόητα  θέλουν φαντασία, ανοιχτά μυαλά και συνεργασίες.

Αντιλαμβανόμαστε ότι όροι, όπως «κεντροαριστερά», «προοδευτισμός», «σοσιαλδημοκρατία», «φιλελευθερισμός», «κοινωνική δικαιοσύνη»,  «κοινωνική πολιτική», «μεταρρυθμίσεις» κ.α. ακούγονται με καχυποψία σήμερα. Σε πολλούς δεν λένε τίποτα. Είναι λογικό, αφού έχουν γίνει αντικείμενο κακομεταχείρισης από πρόσωπα και φορείς που διαστρέβλωσαν το περιεχόμενό τους και τους χρησιμοποίησαν ως δούρειους ίππους για κρατικίστικες και δημαγωγικές πολιτικές. Μπορούμε να τους ξαναδώσουμε περιεχόμενο, αν αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη στον δημόσιο διάλογο και ξεφύγουμε από τη συνθηματική πολιτική.

Πολλά πρόσωπα που μέχρι σήμερα δραστηριοποιούνται μέσα στα κόμματα σε κινήσεις πολιτών, ομίλους προβληματισμού ή στα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πολίτες που προσφέρουν στις τοπικές κοινωνίες, νέοι που αναζητούν πολιτικές απαντήσεις σε όσα τους απασχολούν, νέοι επαγγελματίες και επιστήμονες, επιχειρηματίες και δημιουργοί, μπορούμε να συζητήσουμε και να συνθέσουμε ένα νέο δημόσιο πολιτικό χώρο. Θέλουμε να βλέπουμε Μπροστά, σήμερα.

Η 6η Μαΐου δεν είναι το τέλος της διαδρομής, αλλά η αρχή μιας νέας.

ΜΠΡΟΣΤΑ | Forward Greece
Πολιτική Κοινότητα

ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε τις θέσεις της G700 για τις εκλογές

Sunday, April 29, 2012

Μετά το τέλος των μεταπολιτευτικών ιδεολογημάτων


Η νέα γενιά στο ξεκίνημα ενός νέου πολιτικού μεγακύκλου

Του Μιχάλη Διαθεσόπουλου*
Επιστημονικό Συμβούλιο G700

Καθώς πλησιάζουμε στις εκλογές της 6ης Μαΐου και η κουβέντα σχετικά με την πολιτική τοποθέτηση και τη συμμετοχή της Νέας Γενιάς σε αυτές φουντώνει, αναδύεται από όλο και περισσότερα στόματα η ρητή και απόλυτη διαπίστωση: «Δεν υπάρχουν πια ιδεολογίες. Οι ιδεολογίες έπεσαν και μαζί τους έπεσε και ο διαχωρισμός μεταξύ των κομμάτων.»

Η παραπάνω διαπίστωση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στροφή της Νέας Γενιάς είτε προς την αποχή είτε σε ευκαιριακούς συνδυασμούς διαμαρτυρίας είτε στα πολιτικά άκρα. Η λογική είναι απλή.

Βασικές Παραδοχές

Καταρχάς, ας ξεκινήσουμε από 5 κύριες παραδοχές.

Πρώτον, κάθε γενιά σχηματίζει τις δικές της πολιτικές νόρμες συνδυάζοντας τα βιώματα που κληρονομεί από την προηγούμενη με αυτά που αποκτά η ίδια κατά την ηλικία που μεσολαβεί από την αρχή της αυτόνομης κοινωνικής της ένταξης ως την ωρίμανσή και την καθιέρωσή της ως «κεντρική γενιά». Ο χρονισμός αυτών των φαινομένων αλλάζει ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, όμως χονδρικά στην εποχή μας αυτή η περίοδος αντιστοιχεί στη διαδρομή από τα 25 ως τα 40-45 έτη. Μετά από αυτό το σημείο, η αλλαγή πολιτικής νοοτροπίας και τρόπου σκέψης (δεν εννοούμε πολιτικών προτιμήσεων) δύσκολα αλλάζει ουσιαστικά και μαζικά.

Δεύτερον, τα άτομα και οι κοινωνίες σπάνια αλλάζουν πολιτικές απόψεις και συμπεριφορές σε περιόδους κοινωνικοπολιτικής σταθερότητας και ευμάρειας. Αντίθετα, τείνουν να αλλάζουν σε περιόδους αστάθειας, έντονου κοινωνικού στρες και βίωσης πρωτόγνωρων ή απροσδόκητων φαινομένων με σοβαρές επιπτώσεις (black swan events). Αυτό αποτελεί νομοτελειακή έκφραση της εξελικτικής συμπεριφοράς του ανθρώπου: η ανάγκη να αλλάξουμε καθίσταται επιτακτική μόλις βρεθούμε αντιμέτωποι με καταστάσεις για τις οποίες δεν είμαστε προετοιμασμένοι, προκειμένου να προσαρμοστούμε σε αυτές.

Τρίτον, τα άτομα και οι κοινωνίες τείνουν να ακολουθούν ως προς την πολιτική τους συμπεριφορά διπολικά πρότυπα. Είναι ευκολότερη η επιλογή μεταξύ 2 έτοιμων λύσεων από περισσοτέρων και ιδίως από τη σύνθεση μιας λύσης από συνδυασμό 2 ή περισσότερων άλλων. Ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες, την έκθεση σε ενημέρωση και το μορφωτικό επίπεδο του ατόμου ή της κοινωνίας, ο βαθμός προσήλωσης στα δίπολα ποικίλλει. Σε κάθε περίπτωση, η κατανομή πολιτικών προτιμήσεων και επιλογών τείνει να συγκεντρώνεται γύρω από διπολικές εκδοχές. Ολόκληρη η ιστορία έχει γραφτεί πάνω σε δίπολα: Αριστερά-Δεξιά, Φεουδαρχία-Καπιταλισμός, Κομμουνισμός-Καπιταλισμός, Δημοκρατία-Μοναρχία, Ανατολή-Δύση.

Τέταρτον, σε κάθε εποχή κάθε κοινωνία τείνει να κυριαρχείται από ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πυρήνα, ένα θεμελιώδες πολιτικό αφήγημα και εν τέλει ζητούμενο. Αυτό εκφράζει τις βασικές πολιτικές παραδοχές, στόχους και οράματα που η κοινωνία στη δεδομένη μεσομακροπρόθεσμη περίοδο αντιμετωπίζει ως κεντρικούς για την εξέλιξή της. Για αυτό και συχνά αυτό το ζητούμενο χρωματίζεται και αποκαλείται ως «Εποχή». Στη Χώρα μας, το ζητούμενο ήταν κάποτε η Απελευθέρωση, αργότερα η Δόμηση του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, πιο μετά η Μεγάλη Ιδέα (και η διαχείριση της ματαίωσής της), ύστερα η επίλυση της Κοινωνικοπολιτικής Κρίσης των δεκαετιών 1920-1930, ο Εμφύλιος και η δόμηση του Μεταπολεμικού Κράτους (που κατέληξε στη Χούντα και την τραγωδία της Κύπρου) και τέλος η Μεταπολίτευση. Κάθε Εποχή σημειώνει έναν ιστορικό κύκλο από τη γέννηση ως τη λήξη της και η έναρξη της βασίζεται στο αδιέξοδο στο οποίο έφτασε η προηγούμενη. Η Μεταπολίτευση γεννήθηκε από την πτώση της Χούντας, η μετεμφυλιακή περίοδος γεννήθηκε από το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου και ούτω κάθε εξής. Πάνω σε αυτό τον ιδεολογικό πυρήνα δομείται και το εκάστοτε ανωτέρω δίπολο. Το δίπολο του Εθνικού Διχασμού, αντικαταστάθηκε από αυτό του Κομμουνισμού-Αστικής Δημοκρατίας που μετεξελίχθηκε σε Βασιλευομένη-Αβασίλευτη Δημοκρατία και κατέληξε στο Μεταπολιτευτικό δίπολο (νέο-κεντρο)αριστεράς- (νέο-κεντρο)δεξιάς.

Αυτές οι ιδεολογικές «εποχές» παρότι πάντα φέρουν ορισμένα στοιχεία από τις προηγούμενες, κάποιες φορές, όταν τα γεγονότα που τις διαχωρίζουν είναι ιδιαίτερα σημαντικά ή ο ιδεολογικός τους πυρήνας έχει πια ξεπεραστεί ολοκληρωτικά από την πραγματικότητα, αντικαθίστανται από άλλες με εντελώς διακριτό πυρήνα. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτό το φαινόμενο ως «Πολιτικό Μεγάκυκλο». Κάτι σχετικό βίωσε η Ελλάδα μετά το τραυματικό γεγονός της Μικρασιατικής Καταστροφής και την οριστική εγκατάλειψη του κεντρικού πολιτικού συστατικού της Μεγάλης Ιδέας, που χαρακτήρισε σε μικρό ή μεγάλο βαθμό μια περίοδο μεγαλύτερη από έναν αιώνα. Μετά έλαβε χώρα η μετάβαση σε μια πραγματικά Νέα Ελληνική Κοινωνία, προσδιορισμένη όχι από την αποστολή της αλλαγής των εθνικών συνόρων , αλλά από αυτή της κατάκτησης μιας θέσης στον αναπτυγμένο δημοκρατικό κόσμο.

Κρίση, Νέα Γενιά και Ιδεολογικοί Διαχωρισμοί

Η Νέα Γενιά και συγκεκριμένα ιδίως οι ηλικίες 25 έως 35 ετών, δηλαδή εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που βρισκόταν στην αρχή της ένταξης του στην παραγωγική διαδικασία (και συνεπώς στην κοινωνία), είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί εδώ και πάνω από 5 χρόνια την ύπαρξη παραγόντων στην Ελληνική οικονομία και κοινωνία, που διακινδύνευαν σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα μελλοντικής του κοινωνικής εξέλιξης και αυτονόμησης.

Αυτή η συνειδητοποίηση εμπεριείχε το σπόρο για τη στροφή της γενιάς αυτής στο πολιτικό δίλημμα μεταξύ παραίτησης ή αντίδρασης. Την εξέλιξη αυτή συγκρατούσαν 2 παράγοντες.

Πρώτον, η υποστήριξη του οικογενειακού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την κοινωνική ευμάρεια δημιουργούσαν ψευδαισθήσεις αισιοδοξίας ή έστω προσωρινού βολέματος στους νέους, που έβλεπαν ότι δύσκολα θα στέκονταν μόνοι στα πόδια τους. Αφού όμως η οικογενειακή υποστήριξη ήταν συχνά αρκετή για να εξασφαλίσει προσωρινά στο νέο άνθρωπο ένα επίπεδο ζωής κοντά σε αυτό που είχε συνηθίσει, η προοπτική της αντίδρασης ατονούσε.

Δεύτερον, η ύπαρξη των ιδεολογικών φραγμών (σε θεωρητικό, όπως θα εξηγηθεί παρακάτω, επίπεδο). Η γενιά των σημερινών 30ρηδων συνδύασε τα βιώματα από μια φαινομενικά «ισχυρή Ελλάδα» του τέλους των ’90s-αρχών των ’00s με τα ιδεολογήματα που κληρονόμησε από τους γονείς της. Αυτοί με τη σειρά τους σχημάτισαν τα δικά τους ιδεολογήματα ως συνδυασμό των εμφυλιακών εμπειριών των δικών τους γονιών με τα βιώματα της Χούντας, του Πολυτεχνείου και της αρχής της Μεταπολίτευσης. Αυτή η πυραμίδα στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων και η αναπαραγωγή του διπολικού προτύπου για την πολιτική οδήγησε στη δημιουργία εμποδίων στην κινητικότητα των ψηφοφόρων μεταξύ κομμάτων ή ευρύτερων πολιτικών χώρων. Αυτά τα εμπόδια σε μικρότερο μεν σημαντικό δε βαθμό χαρακτήρισαν την πολιτική συμπεριφορά και της Νέας Γενιάς, που παρότι συνειδητοποιούσε λογικά ότι οι διαχωρισμοί μεταξύ των κομμάτων έτειναν να εξαλειφθούν, πάνω από την κάλπη λειτουργούσε συχνά με τα σύνδρομα των πατεράδων της.

Η πρόσφατη οικονομική κρίση όμως κλόνισε την άποψη περί διαχωρισμών. Δημιούργησε την εντύπωση ότι το θεωρητικό δίπολο μεταξύ δεξιάς-αριστεράς δεν υπάρχει πλέον και ότι αντικαταστάθηκε από σύγχρονα δίπολα τύπου Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο και Συμπόρευση-Αντίδραση. Ταυτόχρονα, η κρίση αποδυνάμωσε και την οικογενειακή στήριξη, αφαιρώντας άλλο ένα παράγοντα από την εξίσωση που χαρακτήριζε την πολιτική συμπεριφορά των νέων, που με τρόμο σήμερα συνειδητοποιούν πόσο γυμνή είναι η θέση τους σε μια πολύ διαφορετική κοινωνία από αυτή όπου μεγάλωσαν. Που νιώθουν να διαλύεται η ψευδαίσθηση πως θα ζήσουν ακόμα καλύτερα ή τουλάχιστον εξίσου καλά με τους γονείς τους. Έτσι, καθώς νιώθουν το σύμπαν στο οποίο είχαν αρχίσει να ανδρώνονται να καταρρέει και βιώνουν ένα άνευ προηγουμένου για τα δεδομένα τους τραυματικό σοκ, απελπισμένοι φωνάζουν: «Οι ιδεολογίες πέθαναν».

Αφού πια δεν υπάρχουν ιδεολογίες, παύουν πλέον να υπάρχουν η πόλωση και τα ταμπού που εμπόδιζαν την κινητικότητα των ψηφοφόρων, κατέληγαν στη συγκέντρωση τους στο δικομματισμό και συγκρατούσαν την αντίδραση ιδίως της Νέας Γενιάς.

Προς ένα Νέο Πολιτικό Status Quo

Η αποδυνάμωση αυτού του φραγμού εξηγεί πρόσφατα φαινόμενα όπως η ενίσχυση ακραίων και λαϊκιστικών σχηματισμών με μόνο πολιτικό σύνθημα την αντίδραση στην πραγματικότητα. Αν η κατάσταση συνεχιστεί –και δεδομένου ότι οι συνθήκες που τη δημιούργησαν δεν φαίνεται να υποχωρούν μεσοπρόθεσμα-, αυτή η ρευστότητα θα αποκρυσταλλωθεί σε ένα νέο πολιτικό status quo.

Βέβαια, η εδραίωση ενός νέου πολιτικού status quo δεν είναι προς αποφυγή. Με βάση δε τα πρόσφατα βιώματα της γενιάς που σήμερα ανδρώνεται, είναι αυτονόητη. Το θέμα είναι με τι όρους θα διαμορφωθεί αυτό το «νέο» που όλοι φαίνονται να ψάχνουν και να περιμένουν. Κάποια στιγμή η σημερινή Νέα Γενιά θα ξανασυγκεντρωθεί γύρω από κάποια πολιτική αφήγηση, ένα νέο ιδεολόγημα, κάποια πολιτική πρόταση ή κάποιο νέο δίπολο. Αυτή η διαδικασία μόλις άρχισε. Όταν ολοκληρωθεί, θα χαρακτηρίσει το πολιτικό σκηνικό και τη μορφή της Χώρας για τα επόμενα 20-30 χρόνια. Τουλάχιστον.

Όπως έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά, ο σχηματισμός μιας νέας πολιτικής κατάστασης ξεκινά από την ανάγκη απάντησης των αιτιών που οδήγησαν την κοινωνία στο προηγούμενο αδιέξοδο. Αυτή η προσπάθεια θα βασιστεί σε μια –ορθή ή εσφαλμένη- διάγνωση των αιτιών. Και εδώ είναι που χρειάζεται η μεγαλύτερη προσοχή. Αν η διάγνωση είναι λάθος, ο νέος ιδεολογικός πυρήνας θα είναι στρεβλός και οι όποιες λύσεις θα οδηγήσουν σύντομα σε νέο (χειρότερο) αδιέξοδο.

Καθώς η νέα πολιτική εποχή που αρχίζει σήμερα να διαμορφώνεται, στηρίζεται στην παραδοχή του θανάτου των (μεταπολιτευτικών) πολιτικών αφηγήσεων (άρα και του ιδεολογικοφανούς διπολισμού, άρα της ίδιας της Μεταπολίτευσης), αξίζει να αναρωτηθούμε: Έχουν όντως πεθάνει οι Μεταπολιτευτικές «ιδεολογίες»; Αν ναι, μήπως είχαν πεθάνει πολύ νωρίτερα και απλώς τώρα το συνειδητοποιήσαμε, αφυπνισμένοι καθυστερημένα από την οικονομική κρίση;

Πότε Πέθαναν τα Μεταπολιτευτικά Ιδεολογήματα;

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα, καταρχάς πρέπει να δεχτούμε ότι τα ιδεολογήματα ήταν κάποτε «ζωντανά». Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες πολιτικές αφηγήσεις και οι υπηρέτες τους ήταν ή δεν ήταν ειλικρινείς και ανταποκρινόμενες στο ίσως ρομαντικό υπόβαθρο που κάποιοι θιασώτες τους κάποτε πίστευαν. Σημαίνει απλά ότι κάποτε μπορούσαν να επηρεάσουν όντως τον κόσμο προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Υπό αυτή την έννοια, φυσικά και οι κρατούσες πολιτικές αφηγήσεις, όπως εκφράζονταν από το διπολισμό Αριστεράς-Δεξιάς της δεκαετίας του 1980 ήταν ισχυρές. Προφανώς διαστρεβλώθηκαν και έτυχαν εκμετάλλευσης από καιροσκόπους πολιτικούς. Όμως και πάλι: Έπειθαν. Είτε από ειλικρινή πεποίθηση είτε από συμφέρον. Είτε συνηθέστερα από συνδυασμό και των δύο.

Καθώς όμως, το φορτισμένο συνειδησιακό υπόβαθρο των πρώτων ετών μετά τη Δικτατορία έφθινε, καθώς η σύγχρονη Δημοκρατία μετατρεπόταν από ζητούμενο της Μεταπολίτευσης σε δεδομένο και καθώς η παγίωση της θεράπευσε τις συνέπειες του εθνικού διχασμού και της μετεμφυλιακής περιόδου (που ακόμα μέχρι και πριν 20 χρόνια ήταν ορατές στην Ελληνική κοινωνία), ο ιδεολογικός πυρήνας αυτής της περιόδου είχε αρχίσει πια να χάνει τη δυναμική του. Κυρίως, γιατί εκπλήρωσε τους βασικούς του στόχους. Σε δεύτερο επίπεδο, γιατί απέδειξε ότι δεν θα εκπλήρωνε ποτέ τους δευτερεύοντες σκοπούς του. Η δε κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού σήμανε την κατάργηση ιδεολογικών διαχωρισμών δεκαετιών και παγκοσμίου βεληνεκούς και ταυτόχρονα, σε συνδυασμό με τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, σηματοδότησε την έναρξη μιας άνευ προηγουμένου οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης.

Υπήρχε όμως και ένας ακόμα παράγοντας. Η ένταξη της Χώρας στην τότε ΕΟΚ έφερε μαζί της μια πρωτόγνωρη διάχυση πλούτου στη μέχρι τότε λίγο-πολύ στερημένη Ελληνική κοινωνία. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Νεοελληνικού Κράτους, κάθε Έλληνας δεν ήξερε μόνο ότι ζει σε μια σύγχρονου τύπου Δημοκρατία (με τα καλά και τα κακά της, πάντως με κατοχυρωμένα σε μεγάλο βαθμό τα βασικά ατομικά δικαιώματα).

Αλλά είχε τη δυνατότητα να αξιώσει και κοινωνική και οικονομική ανέλιξη. Και, ομολογουμένως, με αρκετά λιγότερο κόπο και στερήσεις από ό,τι οι δικοί του γονείς. Τα χρήματα που ξαφνικά κατέκλυσαν τη Χώρα, ενισχύθηκαν από τις εισροές του δημόσιου δανεισμού και αργότερα της έλευσης επενδύσεων εν όψει ένταξης στην ΟΝΕ. Τις συνέπειες της περιόδου του 1999, όταν όλοι νόμισαν ότι μπορούν να γίνουν πλούσιοι, «καμούφλαραν» η προοπτική των Ολυμπιακών Αγώνων και η αλματώδης και επίσης πρωτόγνωρη για τα Ελληνικά δεδομένα διόγκωση της τραπεζικής ρευστότητας, που χαρακτήρισε ιδίως τα έτη 2000-2007.

Αυτό είναι το περιβάλλον όπου μεγάλωσε η σημερινή Νέα Γενιά. Ένα περιβάλλον κοσμογονικών κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών αλλαγών σε διεθνές επίπεδο και διόγκωσης μιας εθνικής ανάπτυξης-φούσκας (όπως τελικά αποδείχθηκε). Ένα περιβάλλον όμως που χαρακτηρίστηκε από στασιμότητα όσον αφορά την Ελληνική πολιτική σκηνή. Με τους ανταγωνισμούς του μεταπολιτευτικού δικομματισμού να συνεχίζουν να διαδραματίζονται με όρους ‘80s, την πολιτική συνθηματολογία καθηλωμένη σε κούφια πλέον απολιθώματα της εποχής της γενιάς του Πολυτεχνείου και τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού να εξακολουθούν να διέπονται από την παραδοσιακή κοτζαμπάσικη-ρουσφετολογική-κομματαρχική νοοτροπία του 19ου αιώνα στη «νέα» μεταπολιτευτική της εκδοχή.

Αλήθεια, πόσο γελοίο φαντάζει σήμερα, ότι μέχρι πριν 3 χρόνια, στην εποχή του διαδικτύου, των παγκοσμιοποιημένων αγορών και της  καινοτομίας, το όνειρο πολλών νέων Ελλήνων (μορφωμένων συχνά σε Ευρωπαϊκά ή –φαινομενικά- ευρωπαϊκών προδιαγραφών Πανεπιστήμια) ήταν ο… διορισμός στο Δημόσιο. Αυτό και μόνο δείχνει τη σχέση του Μεταπολιτευτικού κοινωνικοπολιτικού μοντέλου με τις σύγχρονες εξελίξεις.

Παρότι λοιπόν η Ελλάδα είχε εξελιχθεί φαινομενικά σε ένα σύγχρονο Ευρωπαϊκό Κράτος, πολιτικά βρισκόταν προσηλωμένη στην οπισθοδρόμηση. Ο διάχυτος καταναλωτισμός, η τεχνητή ευμάρεια και η αναπόφευκτη –λόγω και της διατήρησης ξεπερασμένων πολιτικών δομών- διαφθορά, έριξαν τη χαριστική βολή στα ιδεολογικά κατασκευάσματα μιας εποχής που έλκει τις ρίζες της στα αδιέξοδα της δικτατορίας και του μετεμφυλιακού Κράτος. Και εμπεριέχει έως και τα συμπλέγματα προπολεμικών διαχωρισμών, κάτι εύκολα παρατηρήσιμο ιδίως σε πολιτικές συμπεριφορές σε τμήματα της Ελληνικής επαρχίας.

Το μεταπολιτευτικό μοντέλο ήταν λοιπόν ούτως ή άλλως χρεοκοπημένο πολύ πριν την πρόσφατη κρίση. Σε μεγάλο βαθμό είχε ήδη ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο, εδώ και δύο δεκαετίες, όταν οι κύριοι αντικειμενικοί στόχοι του είχαν επιτευχθεί, οι προδικτατορικές αδικίες είχαν αποκατασταθεί, η Δημοκρατία είχε αναντίστρεπτα εδραιωθεί και οι ψυχροπολεμικές αντιπαραθέσεις εξαφανίζονταν παγκοσμίως δίνοντας θέση σε μια Νέα Εποχή με πολύ διαφορετικά πολιτικά δεδομένα. Και θα αναρωτηθεί κάποιος: Γιατί αυτό το μοντέλο διατηρήθηκε μέχρι τώρα; Αφενός γιατί συνέφερε ισχυρά τμήματα της Ελληνικής κοινωνίας. Αφετέρου γιατί η «εύκολη ευμάρεια» κάλυψε πως το μοντέλο είχε ξεπεραστεί από τις εξελίξεις.

Η πτώση του Μεταπολιτευτικού μοντέλου σήμανε το κλείσιμο ενός ακόμη Πολιτικού Μεγακύκλου για τη Χώρα και το ξεκίνημα ενός νέου.

Η Επώδυνη Συνειδητοποίηση

Οι «ιδεολογίες» ήταν λοιπόν ήδη νεκρές. Το μόνο που έλειπε από την Ελληνική κοινωνία ήταν το ισχυρό σοκ, για να συνειδητοποιήσει την ανάγκη μετάβασης σε κάτι νέο. Ή μάλλον ότι η μετάβαση είχε ήδη γίνει και η ίδια απλά δεν το είχε καταλάβει.

Το σοκ ήρθε μόλις πρόσφατα. Η σημερινή Νέα Γενιά, μεγαλωμένη σε ένα τόσο αντιφατικό και ανεπαρκές για τις σημερινές προκλήσεις περιβάλλον, συνειδητοποιεί εντελώς ετεροχρονισμένα πως όλα όσα της έμαθαν να πιστεύει είναι νεκρά. Και τώρα στρέφεται πανικόβλητη είτε στην αγκαλιά εύκολων λύσεων που ηχούν όμορφα είτε στην παραίτηση και την οριστική φυγή.

Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσει ότι οι μεταπολιτευτικές πολιτικές αφηγήσεις δεν «πέθαναν» τώρα. Πρέπει να καταλάβει τους πραγματικούς λόγους που τις «σκότωσαν». Αλλιώς δεν θα συνειδητοποιήσει τη φύση και τις παραμέτρους του αδιεξόδου, που υπήρχε δίπλα μας εδώ και καιρό και δεν το βλέπαμε. Ή θα εγκλωβιστεί σε ανούσια ψευτοδιλήμματα τύπου Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Ή ακόμα θα εξαπατηθεί και πάλι με φρούδες ελπίδες και ανέξοδες υποσχέσεις.

Αν λοιπόν ταυτοποιήσει εσφαλμένα το αδιέξοδο, τότε ο πολιτικός διάλογος που μορφοποιείται σήμερα θα είναι κι αυτός νεκρός εν τη γενέσει και όποιες λύσεις επιλεγούν –και ως επί το πλείστον φοβικές, λαϊκιστικές, εκδικητικές, τιμωρητικές ή ακόμα και «αναχωρητικές»- θα οδηγήσουν σε εφιαλτικά αποτελέσματα.

Γιατί απλά η Ελλάδα αντί να κάνει γρήγορα τα βήματα για να καλύψει το χαμένο έδαφος θα οπισθοδρομήσει ακόμα περισσότερο. Θα βυθιστεί σε κοινωνική και πολιτική τελμάτωση. Και αυτή τη φορά δεν θα υπάρχουν ούτε κοινοτικές επιδοτήσεις ούτε δανεικά, για να συντηρήσουν το «παραμύθι». Απλά θα αναλωθεί το μέλλον και της επόμενης γενιάς.

Η Νέα Γενιά σήμερα, με αφορμή και τις επερχόμενες εκλογές, βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή συνειδητοποίηση: Όχι απλά ότι τα ιδεολογήματα τα οποία έμαθε να την ορίζουν είναι νεκρά προ πολλού. Αλλά και ότι πρέπει άμεσα να σχηματιστεί ένας νέος ιδεολογικός πυρήνας που θα καθορίσει το δύσκολο αγώνα του σήμερα.

Η Πρόκληση

Αυτός ο αγώνας θα έχει ως βασικό του στοίχημα να βρει επαφή η Χώρα με τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα.

Η απαρχή για αυτό τον αγώνα βρίσκεται στην αναγνώριση ότι σε αυτές τις εκλογές και αργότερα στις πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις που θα ακολουθήσουν, δεν αντιμετωπίζουμε το παρελθόν ή το παρόν. Αλλά το μέλλον. Αυτός ο δρόμος βέβαια, φυσικά και διέρχεται και μέσα από την τιμωρία και την απόδοση ευθυνών. Αλλά δεν πρέπει να σταθεί κοντόφθαλμα μόνο εκεί. Πρέπει να καταλήξει στο ζητούμενο. Στο νέο ουσιαστικό πολιτικό δίλημμα-πρόκληση που θα τη σημαδέψει. Το ποιο θα είναι αυτό το δίλημμα δεν μπορούμε βέβαια να το ξέρουμε σήμερα. Όπως και την εποχή που η στόχευση της Μεγάλης Ιδέας έφτανε στο τέλος της, δεν θα μπορούσε κάποιος να ξέρει το επερχόμενο δίλημμα μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, παρά μόνο το νέο εθνικό στόχο της παγίωσης και ανάπτυξης του Ελληνικού Κράτους.

Έτσι και σήμερα, το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι να μορφοποιήσουμε το νέο μεγάλο και μακροπρόθεσμο πολιτικό μας στόχο. Και αυτός δεν αφορά στο «πως θα βγούμε από την κρίση». Αλλά στο «πως σε 20 χρόνια από σήμερα θα είμαστε ένα αναπτυγμένο κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά Κράτος». Με τι είδους νοοτροπίες, πολιτικά ήθη, κοινωνικές παραμέτρους, οικονομικό μοντέλο, εθνικό στρατηγικό προσανατολισμό, θεσμούς και πολιτικούς. Και πρέπει να υπογραμμιστεί: όχι αύριο, αλλά σε 20 χρόνια. Πάνω σε αυτό το στόχο θα μορφοποιηθούν τα νέα πολιτικά διλήμματα του αύριο.

Η σημερινή κρατούσα γενιά δύσκολα θα δείξει την απαιτούμενη υπομονή για τη χάραξη της μακροπρόθεσμης πορείας της Χώρας, ίσως μάλιστα και εις βάρος των ίδιων της των συμφερόντων. Είναι εξάλλου δύσκολο να ξεφύγει κανείς από το επώδυνο σήμερα και το επίφοβο αύριο, για να κοιτάξει προς το αβέβαιο μακρινό μέλλον. Αυτό το μέλλον όμως είναι και το μόνο που μπορεί ακόμα να διαμορφωθεί από την απόφασή μας.

Η σημερινή Νέα Γενιά, που τόσο δοκιμάζεται, είναι η μόνη που έχει τη δυνατότητα (άρα και την ευθύνη), έστω και με περιορισμένα εφόδια, να παλέψει για να επαναπροσδιορίσει από μηδενική βάση τα πάντα. Η όποια επιλογή της πρέπει να κατατείνει στην εξαρχής δόμηση μιας Νέας Κοινωνίας, με γνώμονα περισσότερο τα δικά της παιδιά παρά τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτή η δόμηση δεν περνά μέσα από πρόσκαιρα ψευδοδιλλήματα και έτοιμες συνταγές.

Περνά μέσα από την έμπρακτη συμμετοχή στα κοινά και τη μη παραίτηση από τις προκλήσεις των νέων δεδομένων.

Περνά μέσα από την ατομική και συλλογική αυτοκριτική και την αποδοχή της παρούσας κατάστασης ως μια πραγματικότητα που πρέπει να κοπιάσουμε για να βελτιωθεί και εν τέλει να ανατραπεί.

Περνά μέσα από την έμπρακτη, μαζική και συντεταγμένη –και όχι μέσω ακροτήτων- αποδοκιμασία όχι μόνο των προσώπων, αλλά και των πρακτικών που μας έφεραν ως εδώ. Τι σημασία έχει η διαμαρτυρία που συγκαλύπτει την εμμονή στις παλιές πρακτικές;

Περνά μέσα από την απαξίωση των φθαρμένων ιδανικών του χθες: της επιδειξιμανίας, του καταναλωτισμού, του εύκολου χρήματος, των ακόμη πιο εύκολων λύσεων, του βολέματος και της ευνοιοκρατίας.

Περνά μέσα από τη διαρκή πίεση για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών της Χώρας και του πολιτικού της συστήματος.

Περνά μέσα από τον απόλυτο σεβασμό προς τους νόμους και τους κανόνες και την αντίθεση σε κάθε προσπάθεια καταστρατήγησής τους.

Περνά μέσα από την έμπρακτη εμπιστοσύνη προς σχηματισμούς, πρόσωπα, νοοτροπίες και ιδέες που σηματοδοτούν την αλλαγή της Χώρας σε κάθε επίπεδο.

Περνά μέσα από τη συλλογική και θεσμική μάθηση από τα πετυχημένα καλά πρότυπα άλλων Χωρών και την ενσωμάτωση αξιών και πρακτικών του πολιτικά και οικονομικά αναπτυγμένου κόσμου.

Για να επιτευχθούν αυτά δεν αρκεί απλά η Νέα Γενιά να αντιληφθεί το αυτονόητο: ότι οι χθεσινές ιδεολογίες είναι νεκρές. Αλλά ότι είναι άμεση ανάγκη να γεννηθούν νέες δυναμικές πολιτικές αφηγήσεις. Τώρα φτιάχνεται το στόρυ του νέου Πολιτικού Μεγακύκλου.

* Ο Μιχάλης Διαθεσόπουλος είναι Δικηγόρος LLM, MBA, υποψήφιος Διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Tilburg και μέλος του επιστημονικού συμβουλίου της G700.


ΕΔΩ μπορείτε να διαβάσετε τη διακήρυξη θέσεων της G700 για τις Εκλογές του 2012.