Εκπαίδευση: το «παλαιό καθεστώς» ζει και βασιλεύει
Πριν λίγες μέρες η νέα υπουργός Παιδείας ανακοίνωσε μια σειρά μέτρων για την εξυγίανση του χώρου της εκπαίδευσης. Οι προτάσεις της ακούγονταν πολύ λογικές: κωδικοποίηση της σχετικής νομοθεσίας, όχι στις προσλήψεις εκτός ΑΣΕΠ, εξορθολογισμός του καθεστώτος μοριοδότησης, προτεραιότητα στις ανάγκες του σχολείου, περιορισμός των αποσπάσεων και των μεταθέσεων, αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αξιοκρατικές διαδικασίες για την επιλογή στελεχών της εκπαίδευσης, ορθότερη αξιοποίηση του εκπαιδευτικού δυναμικού που ήδη υπάρχει στα σχολεία κ.α.
Σχεδόν αστραπιαία ωστόσο η υπουργός δέχθηκε μπαράζ επιθέσεων. Οι συνδικαλιστές της εκπαίδευσης δήλωσαν ότι μέχρι σήμερα οι προσλήψεις «γίνονται με απολύτως αντικειμενικά, μετρήσιμα και διαφανή κριτήρια. Γι’ αυτό το λόγο οποιαδήποτε σκέψη αλλαγής του συστήματος όχι μόνο μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους, αλλά θα μας βρει στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την υπεράσπισή του». Καταδίκασαν επίσης το θεσμό της αξιολόγησης χαρακτηρίζοντάς τον «κερκόπορτα» για την αμφισβήτηση της νομιμότητας, ενώ απέδωσαν τις κραυγαλέες αδικίες και τα τεράστια «παράθυρα» του ισχύοντος συστήματος μεταθέσεων και αποσπάσεων στις διαχρονικές αδυναμίες της πολιτικής ηγεσίας.
Σε αντίστοιχο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι αντιδράσεις των ωρομίσθιων και λοιπών αδιόριστων εκπαιδευτικών. Η ηγεσία του υπουργείου κατηγορήθηκε για εμπαιγμό των δεκάδων χιλιάδων «ομήρων» που, αφού τους εκμεταλλεύτηκε επί σειρά ετών, τώρα τους καταδικάζει στο περιθώριο.
Οι αντίδραση και των δύο πλευρών, συνδικαλιστών και αδιόριστων εκπαιδευτικών, έχει πολλά κοινά σημεία: χαρακτηρίζεται από καθολική απόρριψη, από άρνηση διαλόγου, από τη βεβαιότητα ότι για τα όποια κακώς κείμενα η ευθύνη ανήκει εξ’ολοκλήρου αλλού, από διάθεση για άμεση και δυναμική κινητοποίηση η οποία θα καταπνίξει την όποια προσπάθεια εν τη γενέσει της.
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως η κοινή αυτή αντίδραση εκφράζει ταυτόχρονα δύο πλευρές με φαινομενικά αντικρουόμενα συμφέροντα. Από τη μία έχουμε τους συνδικαλιστές, οι οποίοι πολύ λογικά υπερασπίζονται το ισχύον ανορθολογικό και διάτρητο καθεστώς. Η λογική τους είναι απλή: όσο πιο θολό είναι το τοπίο, τα περιθώρια για ευνοιοκρατία και ρουσφέτι πολλαπλασιάζονται. Και οι άμεσα ωφελημένοι είναι εκείνοι που κρατούν τα κατάλληλα πόστα και αποφασίζουν για όλα τα κρίσιμα υπηρεσιακά ζητήματα όπως τους βολεύει. Κανένας έλεγχος, καμία λογική, κανένας περιορισμός στις μεταθέσεις και τις αποσπάσεις σημαίνει απόλυτη ελευθερία και δύναμη στους «εργατοπατέρες» της εκπαίδευσης. Τόσα χρόνια άλλωστε αυτοί, με την ανοχή και τη συνεργασία των πολιτικών μπαμπάδων τους, κόβουν και ράβουν στην εκπαίδευση.
Οι αδιόριστοι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν το όλο ζήτημα από εντελώς διαφορετική σκοπιά. Αυτοί είναι τα μεγάλα θύματα. Όχι μόνο του συστήματος γενικώς και αορίστως, αλλά και των συνδικαλιστών της εκπαίδευσης. Γιατί όχι μόνο εργάζονται υπό απαράδεκτες συνθήκες και αμείβονται με ψίχουλα, αλλά αναγκάζονται να προστρέξουν στα μεγάλα αφεντικά για να μπουν και κυρίως για να εξασφαλίσουν όσο το δυνατόν πιο βιώσιμες συνθήκες υπό το υπάρχον καθεστώς. Τα βουλευτικά γραφεία και οι διευθύνσεις εκπαίδευσης είναι οι κατεξοχήν χώροι στους οποίους είναι κανείς υποχρεωμένος να καταφύγει εάν θέλει να πετύχει αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας ή διορισμό σε εύλογο διάστημα. Είναι πραγματικά μεγάλη η θυσία. Και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι την έχουν κάνει. Και είναι αυτοί που τώρα διαμαρτύρονται. Γιατί δεν ανέχονται να μην ανταμειφθούν για όσα έχουν υποστεί. Προκρίνουν λοιπόν τη διαιώνιση του στρεβλού συστήματος που και οι ίδιοι καταγγέλλουν αλλά ταυτόχρονα υπηρετούν.
Η στάση αυτή θυμίζει τη νοοτροπία της παλιοσειράς στο στρατό: το σύστημα είναι απαράδεκτο και φτύνεις αίμα όταν εισέρχεσαι σε αυτό. Όλοι σε εκμεταλλεύονται, σε χρησιμοποιούν και σε ταπεινώνουν. Έρχεται όμως κάποτε η ώρα που κατακτάς κι εσύ μια θέση και κάποια δικαιώματα στο σύστημα. Έχεις πια το δικαίωμα να ορίζεις πώς θα φερθείς στους «νέους». Και τι κάνεις; Βγάζεις τα απωθημένα σου βάζοντάς τους να υποστούν όσα είχες περάσει εσύ κι ακόμα χειρότερα.
Εμείς δε συμφωνούμε με αυτή τη νοοτροπία. Πιστεύουμε ότι όποιο βήμα γίνεται στην κατεύθυνση της ανατροπής ενός απαράδεκτου κατεστημένου πρέπει να αντιμετωπίζεται με εποικοδομητική κριτική και σε κάθε περίπτωση καταρχήν θετικά. Στη συγκεκριμένη αντιπαράθεση λοιπόν δε μπορούμε παρά να είμαστε με τον τρίτο πόλο: τους αφανείς εκπαιδευτικούς. Εκείνους που είτε δε δέχθηκαν να υπηρετήσουν το ισχύον σύστημα, προσπαθούν να διοριστούν μόνο μέσω ΑΣΕΠ, και αυτή τη στιγμή σταδιοδρομούν στον ιδιωτικό τομέα ή οπουδήποτε αλλού, καθώς και όλους εκείνους που παρόλο που δοκίμασαν το πικρό ποτήρι της ωρομισθίας και της αναπλήρωσης βλέπουν με ανακούφιση το όλο πρόβλημα να έρχεται επιτέλους στην επιφάνεια και εύχονται να γυρίσουμε σελίδα. Λέμε όχι στα φοβικά σύνδρομα απέναντι στην αξιολόγηση και συμφωνούμε με την καθιέρωση της βάσης του ΑΣΕΠ ως απαραίτητου κριτηρίου για το διορισμό οποιουδήποτε εκπαιδευτικού. Οποιοδήποτε αξιοκρατικό και απελευθερωμένο από τα κομματικά δεσμά σύστημα δε μπορεί παρά να είναι καλύτερο από το υπάρχον.
Πιστεύουμε πως οι προτάσεις της υπουργού Παιδείας έχουν αρκετά σημεία στα οποία απαιτούνται διευκρινίσεις. Είναι άλλωστε φανερό πως δεν έγιναν μετά από συστηματική προετοιμασία, αλλά μάλλον υπό το μεταρρυθμιστικό οίστρο του νεοφώτιστου. Σε κάθε περίπτωση όμως φέρνουν στο επίκεντρο της συζήτησης ορισμένα από τα κακώς κείμενα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Και δυστυχώς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αντί να διευρύνουν, να εμπλουτίσουν ή ακόμη και να κατευθύνουν την κουβέντα με τις προτάσεις και τις θέσεις τους, απλώς αρνούνται να συζητήσουν επιτρέποντας την επιβίωση ενός απαξιωμένου και αντιπαραγωγικού συστήματος.


